|
Κεντρική
Σελίδα |
Πτερούντα ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Α.
ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΠΤΕΡΟΥΝΤΑ |
Θέα έχει μόνο προς τη νότια
και νοτιοδυτική πλευρά και
αυτή όχι πλήρης, διότι αυτή
παρεμποδίζεται από την
ορεινή περιοχή «Κεράνεια»
των Χιδήρων στην οποία
είναι χτισμένη η Κοινότητα
Χιδήρων. Έχει ορίζοντα , Β
το λόφο «Μπαμπακιά», Α την
παρυφή «Γριά» και την
κορυφογραμμή «Αγιάσματα»,
Ν το λόφο «Σακής», ΝΔ τα όρη
«Κεράνεια» και Δ τις
κορυφές «Προφήτης Ηλίας»
και «Καβαλούρι».
Απέχει από τη θάλασσα και
από το πλησιέστερο
λιμανάκι , το Γαβαθά 16 χλμ.
Από το δάσος
απέχει περίπου 600 μ. Τα
χωριά με τα οποία
συνορεύει είναι: Β η
Κοινότητα Βατούσας, ΒΔ ο
συνοικισμός Ρεύμα, Δ η
Κοινότητα Χιδήρων και
μακρύτερα οι Κοινότητες
Ανεμώτιας, Παρακοίλων και
Άγρας συνδεόμενες με
χωμάτινο οδικό δίκτυο.
Β.
ΠΩΣ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ
Η Κοινότητα ονομάζεται
Πτερούντα. Όπως λένε οι
γεροντότεροι στο χωριό
πριν από το 1918 είχε το
όνομα Φτερούντα το οποίο
πήρε επειδή στην
περιφέρειά της φύτρωνε και
φυτρώνει το φυτό που
ονομαζόταν «φτέργα».
Αργότερα ονομάστηκε
Πτερούντα.
Γ. ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
Σύμφωνα με μαρτυρίες των
πιο ηλικιωμένων κατοίκων η
Κοινότητα ιδρύθηκε κατά
την εποχή της
Τουρκοκρατίας, ίσως και
την εποχή της Ενετοκρατίας
διότι όπως αναφέρουν όταν
αυτοί γεννήθηκαν την
βρήκαν να υπάρχει και να
διατηρείται μέχρι σήμερα,
θυμούνται δε ότι κατά την
παιδική τους ηλικία οι
προαποβιώσαντες γονείς
τους τούς έλεγαν ότι και
αυτοί την βρήκαν να
υπάρχει. Επομένως
συνάγεται το συμπέρασμα
ότι ιδρύθηκε πριν το 1830 και
όπως διηγούνται ήταν
αρχαιότερη και μεγαλύτερη
από τη γειτονική Βατούσα,
διότι εκτός από τους
χριστιανούς ζούσαν άλλοι
τόσοι Τούρκοι, ενώ πολλοί
Τούρκοι που κατοικούσαν
στη Βατούσα σιγά σιγά
μετακινούνταν στην
Πτερούντα λόγω της
αφθονίας και καλής
ποιότητας του πόσιμου
νερού.
Κατά συνέπεια όποτε κι αν
ιδρύθηκε εξακολούθησε να
διατηρείται και να
λειτουργεί μέχρι σήμερα με
εξαίρεση το έτος 1917 που
καταργήθηκε και ενώθηκε με
τη γειτονική Κοινότητα της
Βατούσας. Όμως το έτος 1918
ανασυστάθηκε και
αποσπάσθηκε από τη Βατούσα
με το 3/11/1918 Δ/τος Φ.Ε.Κ. 235/1918.
Η Κοινότητα σε όλη την
περίοδο της Τουρκοκρατίας
και μέχρι την απελευθέρωση
του Νησιού, ήταν χωρισμένη
σε δυο συνοικίες, στη μια
ζούσαν συγκεντρωμένοι οι
Τούρκοι, στην άλλη οι
Χριστιανοί χωριστά
(Ραγιάδες), και είχαν
χωριστά τους Προέδρους
τους οι μεν Τούρκοι στη
συνοικία τους τον έλεγαν
(Μουχτάρ), οι δε
Χριαστιανοί τον έλεγαν
(Κουτσάμπαση) τους δε
Συμβούλους τόσο της
Τουρκικής συνοικίας όσο
και της Χριστιανικής τους
έλεγαν (Αζάδες).
Άλλο ιστορικό γεγονός
συνδεόμενο με την
Πτερούντα δεν έχουμε να
αναφέρουμε ούτε
διατηρούνται κτίσματα κλπ.
Από την εποχή των πειρατών
Ενετών και Τούρκων, πάντως
λέγεται εδώ ότι κατά την
εποχή αυτή οι Χριστιανοί
δεν ζούσαν ομαδικά
συγκεντρωμένοι σε ένα χώρο
όπως είναι σήμερα, αλλά
μέσα σε ολόκληρη την
περιοχή της σημερινής
Κοινότητας σε χωριστά κατά
ομάδες κτίσματα και
σπηλιές και κατά
διαστήματα εμφανίζονται
σε διάφορα σημεία της
περιοχής από εκσκαφές,
διάφορα αντικείμενα
αρχαιολογικής σημασίας
οστά, μνημεία κλπ. Τα οποία
πείθουν για την ύπαρξη
κτισμάτων μικροσυνοικιών,
τα οποία ερειπωμένα με την
πάροδο των αιώνων
καλύφθηκαν με όγκους
χωμάτων. Όλα αυτά
μαρτυρούν ότι οι
Χριστιανοί (Ραγιάδες)
ζούσαν κάτω από το βαρύ
πέλμα της σκλαβιάς και
αναγκάζονταν να περνούν
βίο κρυφό και μοναχικό από
το φόβο των πειρατών
Ενετών και Τούρκων.
Τα σπίτια του χωριού είναι
διαρρυθμισμένα, άλλα μεν
διώροφα με ισόγειο, άλλα
μονώροφα με ισόγειο και
άλλα μόνο μονώροφα,
ανάλογα με τη διαρρύθμιση
και το μέγεθος καθενός και
την οικογενειακή σύνθεση.
Σε πολλά σπίτια ένα
δωμάτιο στεγάζει κατ’
ανάγκη ολόκληρη την
οικογένεια, σε άλλα
υπάρχουν ξεχωριστά
δωμάτια για κάθε άτομο ή
για δυο ή για τρία κτλ., ο
κάτω όροφος (ισόγειο) ως
επί το πλείστον
χρησιμοποιείται για
αποθήκη τροφίμων ,
αντικειμένων και παντός
είδους οικιακών αναγκών.
Σε κάθε σπίτι υπάρχει
μαγειρείο χωριστά από τα
άλλα δωμάτια, υπάρχει
αίθουσα επισκέψεων και
αποχωρητήριο. Τα πιο παλιά
σπίτια στο χωριό είναι
κτισμένα από το 1900 και
μετά, τα περισσότερα με
υλικά λίθους, πλίνθους,
χώμα, ξυλεία και κεραμίδια
ανάμεικτα. Δεν υπάρχουν
διατηρούμενα κτίσματα
πριν από το 1900.
(Τα παραπάνω στοιχεία
γράφτηκαν με βάση την
ετήσια αναφορά του
δασκάλου τον Ιούνιο του 1959,
φυσικά προσαρμοσμένη στην
κοινή νεοελληνική γλώσσα.
ΦΤΕΡΟΥΝΤΑ
(από το βιβλίο
του Μάκη Αξιώτη
«Περπατώντας στη Λέσβο»
Ο δρόμος αριστερά, αρχίζει
να κατηφορίζει προς τα
ανατολικά. Το χωριό, χωμένο
βαθιά σε μια λαγκαδιά, ενός
παραπόταμου του Βούλγαρη,
φαίνεται όταν φθάσουμε
αρκετά κοντά. Αθέατο
λοιπόν, καλά κρυμμένο,
δείχνει στην εγκατάστασή
του, την πρόνοια για την
προστασία του από τους
επιδρομείς του Μεσαίωνα.
Από πάνω του, ορθώνεται ο
κατάφυτος από πεύκα
Λίβανος.
Μέσα στο βασίλειο της
βελανιδιάς με το απαλό
πράσινο, και στη θάλασσα
των καφετιών βράχων, αυτό
το βουνό ξεχωρίζει από
μακριά με το σκουροπράσινο
ντύσιμό του. Ανατολικά του,
στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία
(800μ.), βρίσκονται μερικά
από τα «αρσενικά τσάμια»,
από τα
ελάχιστα του είδους τούτου
στο νησί (Pinus nigra).
Στο χωριό, την Πτερούντα,
την οποία «ίσως δια το
υψηλόν μέρος της Νήσου
προς εκείνα τα μέρη
ηθέλησαν να επωνομάσωσιν
αυτήν παραστήσαντες ως
Πτερόεσσαν (πτερωτήν)»,
μπαίνουμε και μας
υποδέχεται η εκκλησία
δεξιά και ένα παλιό κτίσμα
αριστερά, κάτω από έναν
ωραίο πλάτανο. Μπροστά μας
μια μεγάλη βρύση. Η μεγάλη
τρίκλιτη βασιλική, είναι
αφιερωμένη στον Άγιο
Γιάννη τον Θεολόγο. Η
μαρμάρινη επιγραφή στην
πρόσοψη αναφέρει:
«ΑΝΑΝΕΩΘΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΝ ΕΤΗ 1860».
Μέσα στην αυλή της
εκκλησιάς, υπήρχε
πεταμένος ένας χάλκινος
αποστακτήρας, που έβγαζε
παλιά το ρακί από τα
σταφύλια. Εδώ, σ’ ένα σέτι,
είναι εντοιχισμένοι οκτώ
αρράβδωτοι κίονες και
λίγοι λιθόπλινθοι, από
φαιό τραχείτη, κομμάτια
από παλιό χριστιανικό ναό.
Λέγεται ότι υπάρχουν εδώ
από το 1860 και ότι
προέρχονται από την
παλαιοχριστιανική
βασιλική που βρίσκεται στη
θέση Άγιοι Πέντε. Φαίνεται
ότι ήταν στον παλαιότερο
ναό του χωριού και τα
έβγαλαν κατά την
ανακαίνισή του. Εδώ μέσα,
βλέπουμε και δυο τάφους. Ο
ένας ανήκει στον
Χατζηλουκά (1804-1973) και ο
άλλος στον Κ.Γ. Βενίδη
(1824-1899).
Κάτω από τον άλλο πλάτανο
το ωραίο κτίριο, με τα
μεγάλα παράθυρα και τις
δυο λεπτές κολόνες στην
είσοδο, ήταν το παλιό
σχολείο. Δεν υπάρχουν πια
παιδιά για να το
συντηρήσουν. Επάνω του μια
πλάκα γράφει ότι ως «οίκος
Μουσών εκ βάθρων ήγειραν
οι φιλόμουσοι Πλουτής
Δρακούλης και Ι.
Χατζηλουκάς ΑΩΞ ΕΜ ΜΗΝΙ
ΜΑΡΤΙΩ». Και όμως το 1909
είχε «σχολεία αρρένων και
θηλέων». Πριν από 40 χρόνια
περίπου, το αρρεναγωγείο
είχε 76 παιδιά. Τώρα
στεγάζει τον αγροτικό
γιατρό, που έρχεται από τη
Βατούσα.
Η πλατεία είναι πιο μέσα.
Εδώ λειτουργούν δυο
καφενεία. Σε διαφορετικά
επίπεδα, υπάρχουν το
κοινοτικό γραφείο και ένας
πλάτανος. Εκεί δίπλα
βρίσκεται και η μνημειακή
βρύση, με το αέτωμα, το
λεγόμενο «Κουτλίδειο
Υδραγωγείο» (1952-1953).
Φαίνεται ότι με τα νερά του
χωριού σχέση είχε ο
Χατζηλουκάς γιατί
παλαιότερη πλάκα αναφέρει
ότι έγινε (η πηγή), δαπάνη
και επιστασία
του το 1873. Και είναι όλοι
περήφανοι για το «πιο
ελαφρύ και ευκολοχώνευτο
νερό του νησιού», που το
φέρνουν από τους «Πέντε
Άγιους» και είναι άφθονο.
Άλλα δυο καφενεία είναι
κλειστά.
Ακολουθώντας το σοκάκι από
την πλατεία, βρίσκουμε
άλλη μια στο βάθος του
χωριού. Εδώ ένας
παμπάλαιος,
χιλιοροζιασμένος
πλάτανος, μια τούρκικη
βρύση, ένα μεγάλο πέτρινο
γουδί και το
ένα κλειστό καφενείο,
μιλούν για τη σημασία
τούτου του χώρου στην
παλιότερη ιστορία του
χωριού. Ήταν η παλιά του
αγορά, στην Τουρκοκρατία.
Και είχε αρκετούς
Τούρκους, τούτο το χωριό.
Τον 17ο αιώνα είχε
«εκκλησίαν μιαν του
Χριστού, οίκους χριστιανών
πεντήκοντα δυο, αγαρηνών
πλείστους και αισχίστους».
Το 1909 βλέπουμε πάλι ότι οι
Τούρκοι είναι
περισσότεροι από τους
Έλληνες, αφού διαβάζουμε
ότι από τας 280 οικογένειας
του χωριού οι 150 ήσαν
Οθωμανικαί. Είχαν ωραίο
τέμενος, με πολλά
κτηματικά αφιερώματα, που
το συντηρούσαν
μαζί με το Τούρκικο
σχολείο, κοντά σ’ αυτό.
Το τζαμί με το μιναρέ και ο
λουτρός δεν υπάρχουν πια.
Το χωριό τώρα έχει 205
κατοίκους,
που ασχολούνται με την
κτηνοτροφία και την
οικοδομική τέχνη. Μαζεύει
περί τα 250 μόδια
ελιές και υπάρχει ένα
σύγχρονο ιδιωτικό
ελαιοτριβείο (ενός
Χυδηριώτη). Τα πρόβατα
είναι
περίπου 900. Στις αρχές του
αιώνα παρήγαγε «κάστανα,
απίδια, και ολίγα
γεννήματα». Αρκετοί
από το χωριό «αναδείχθησαν
εν Σμύρνη ξυλέμποροι,
ικανάς σχηματίσαντες
περιουσίας».
Τα σπίτια, δίνουν ένα ωραίο
τόνο, καθώς είναι
φτιαγμένα από μια κόκκινη
μαλακή πέτρα, που σπάζει
εύκολα, και τονισμένους
λευκούς τους αρμούς με
ασβέστη. Στο μέσον του
δρόμου, υπάρχει ένα μικρό
προσκυνητάρι, με μια
στρογγυλή πέτρα στημένη
πάνω του. Από κάτω περνά το
ποτάμι. Εδώ μέχρι το 1941
δούλευαν τέσσερις
υδροκίνητοι αλευρόμυλοι.
Και εδώ ο δραστήριος
πολιτιστικός σύλλογος,
βοηθά στην αναμόρφωση του
απομονωμένου χωριού.
Το 1887 στο Τούρκικο σχολείο
της αναφέρονται μόνο 15
μαθητές, ενώ στα δυο
χριστιανικά σχολεία, το 1912
(αρρένων και θηλέων)
βλέπουμε 60 παιδιά.
Το 1936 τα προϊόντα του
χωριού είναι τα
κτηνοτροφικά, τα κάρβουνα
και τα βελανίδια, το λάδι
και τα δημητριακά.
Δουλεύει το ελαιοτριβείο
του Βαζιργιαντζίκη Σ, 3
αλευρόμυλοι, (υδρόμυλοι),
έχει 3 αρτοποιεία, 5
καφενεία και 6 παντοπωλεία.
Το 1928 βλέπουμε 610
κατοίκους, το 1920, 824, το 1940,
639, το 1951 ,543 και το 1961, 382.
ΧΡΩΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΣΧΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΦΤΕΡΟΥΝΤΑ
ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ
(Άρθρο
του Μάκη Αξιώτη στο
περιοδικό «Η Λέσβος μας»
Σαν μιλάμε για
χρώματα στο νησί ξεχνάμε
την καθημερινή ρουτίνα κι
αδειάζει ο νους απ’ τα
βάσανα. Ο πολύχρωμος
κόσμος των λουλουδιών του,
σπαρμένος σε αμέτρητες
αποχρώσεις ηφαιστειογενών
βράχων, σκεπασμένος με
θάλασσες πράσινο της
ελιάς, του πεύκου, της
βελανιδιάς, τονίζεται με
τις σκουρόχρωμες όψεις των
κυπαρισσιών και τις ωχρές
της λεύκας
Και έρχεται μετά η θάλασσα
των κόλπων του και του
Αιγαίου, κυρίαρχη στη ψυχή
του νησιώτη, με «ουρανού,
απόλυτο μπλε», ικανή να
κλέβει, όσες φορές το
επιβάλλει η κοσμική ώρα,
το χρώμα του των φευγαλέα
τους μοναδικών του
δειλινών. Που κι αυτά με τη
σειρά τους
ζηλεύουν και κρατούν
τόνους μήνα, όταν αυτή του
κυκλάμινου. Η θάλασσα
παλεύει και με τη σκοτεινή
νύχτα μια φορά το
καταφέρνει κομμάτι απ’ τη
δόξα να στολιστεί με τη
Λεσβιακή Πανσέληνο της
Ψάπφας. Της κλέβει
της τούτο τον τόπο, το
κρατώντας το φεγγάρι
λιωμένο
στα νερά της. Και ήλθαν οι
άνθρωποι σε πότε αυτά τα
δέντρα δεν έχει σημασία.
Σ’ αυτή τη
θάλασσα παλέψανε, αυτά τα
βράχια σκάψανε,
φυτέψανε δοσοληψία ,
κόψανε, ξεριζώσανε. Όλα
αυτά ήταν ένα πάρε δώσε με
τα χρώματα, μια αέναη της
που με πρόσχημα την ανάγκη
της ζωής, ικανοποιούσε την
κυριαρχική συνταγή
συναισθηματικής του, τους
ισ
ορροπίας. Έτσι έχτισε
με τους βράχους τα σπίτια
του, τα εργοστάσια
τους πράσινο υδρόμυλους, τα
καμπαναριά και τις
εκκλησιές του. Το μάρμαρο
παντρεύτηκε μες τον
σχιστόλιθο νησί. Το του Πλωμαριού και τις
πολύχρωμες ηφαιστειακές
πέτρες που γεννά το δυτικό
χέρι υλικό που του λιθοξόου
ίσιωσε τις γωνιές, σκάλισε
χίλια δυο κοσμήματα. Η
«πέτρα» είναι το
τοαισθητικής χρωμάτισε
απλόχερα η φύση και δίνει
στα χωριά του νησιού
εικόνες μοναδικής
αξίας ομοιόμορφα . Ενώ όμως
το
καφετί, το ροζ, το κόκκινο,
το κίτρινο, το μαύρο, το
μπεζ, σε
κομμάτια παραθύρων,
συνδυάζονται αρμονικά
στους τοίχους των σπιτιών,
στα περβάζια, των
στους Φτερούντα πεσσούς
της πόρτας,
στα τόξα της βρύσης και στα
μοναδικά καμπαναριά, στη συμβαίνει χρωμάτων της
κάτι μοναδικό. Έτσι
αποφάσισα να προσπαθήσω
την παρουσίαση των
Φτερούντας χωμένη στη , που
κάπου εκεί, στους πρόποδες
του βαθυπράσινου Λίβανου,
είναι ρεματιά στα σπλάχνα
του Βούλγαρη,
κρύβοντας με ζηλοτυπία το
μυστικό της. Και αυτό
βρίσκεται των πνίγουν γύρω
βουνών. Κάτω από την
κρούστα των πεύκων και των
βελανιδιών, που
κυριολεκτικά στερεά το
πανέμορφο χωριό, τα
ηφαίστεια πλάσανε μια
πρώτη ύλη που σαν έγινε
έφτιαξε κρύφτηκε τους γύρω
λόφους.
Από εκεί το είδε σαν τους
έσκαψε ο πρώτος άνθρωπος
που στη θα κάνω μια ρεματιά,
ίσως κυνηγημένος απ’ το
φόβο των επιδρομών της
θάλασσας. Εδώ τώρα
υπόθεση μόνο την
προσωπική. Θα θέσω σαν
κίνητρο της
χρησιμοποίησης αυτού του
υλικού όχι εύκολη εξόρυξή
του και την κοντινή
τοποθεσία των λατομείων
του μα και την αισθητική
μοναδικότητα που
προσφέρει. Είναι λοιπόν
ένα «ηφαιστειακό
κροκαλοπαγές υλικό», ένα
μείγμα που σπάζει εύκολα.
Μου είπανε πως όταν το
βγάλουν από τη γη είναι
εύθραυστο, μετά όμως
γίνεται σκληρό.
Εκείνο
όμως που το κάνει μοναδικό
είναι το χρώμα του.
Φαίνεται ότι το υλικό που
κολλά όλα αυτά τα
επιμέρους μέρη είναι ένα
μάγμα σκούρο καφέ προς το
μαύρο που δίνει τους
τόνους ενός μωσαϊκού. Κάτι
σαν σκουριά που ίσως να
οφείλεται σε προσμίξεις
σιδηρούχων πετρωμάτων.
Εκεί μέσα έχουν
εγκλωβιστεί αμέτρητες
μικρές και μεγαλύτερες
κροκάλες, πολύχρωμες, που
συμπληρώνουν τη μοναδική
αισθητική παρουσία αυτής
της πέτρας. Γιατί οι μικρές
κροκάλες έχουν κόκκινο,
ροζ, γκρίζο, λευκωπό χρώμα,
με επικρατούσα όμως μια
απόχρωση της ώχρας.
Έτσι οι επιφάνειες
των σπιτιών σκουρόχρωμες
στο γενικό τους τόνο
αντανακλούν το φως επάνω
σ’ ένα
πολύχρωμο μωσαϊκό που σαν
προσφορά στη λαϊκή
αρχιτεκτονική του νησιού
μας ανήκει αποκλειστικά
στη Φτερούντα. Η προσθήκη
στους αρμούς
ασβεστοκονιάσματος, η
χρησιμοποίηση κόκκινων
τούβλων γύρω από τα
παράθυρα, προσθέτουν στη
γενική εικόνα, η οποία όμως
κυριαρχείται από την
παρουσία αυτής της πέτρας.
Οι γωνιόπετρες, οι πεσσοί
στις πόρτες (και στα
παράθυρα), η εκκλησία του
χωριού και αρκετά κτίρια
και σπίτια εξ ολοκλήρου
είναι φτιαγμένα από τον
σκληρότερο αλλά μονόχρωμο
ανδεσίτη και τραχείτη.
Αυτά όμως ανήκουν σε
κατασκευαστικές συνήθειες
όλων των γύρω χωριών. Τώρα
που ξαναπήγα στο χωριό
είδα με μεγάλη μου χαρά
διατηρημένα αυτά τα
μοναδικά σπίτια, μου
δώσανε κι ένα κομμάτι απ’
αυτή την πέτρα. Δεν γνωρίζω
αν ακόμα τους «συμφέρει»
να οικοδομούν μ’ αυτό το
εύθραυστο υλικό. Όμως
είμαι σε θέση να τους
διαβεβαιώσω ότι είναι κάτι
που δεν υπάρχει πουθενά
αλλού στο νησί και είναι
κρίμα να μην συνεχιστεί
αυτή η τόσο όμορφη
οικοδομική παράδοση.